Μπλε ρουά, ριγέ παλτό (Photo from WhoWhatWhere)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα όμορφο μπλε ρουά παλτό στολισμένο με υπέροχες στην ίδια απόχρωση και αναιπέσθητα εμφανείς ρίγες. Ήταν ένα ριγωτό μπλε ρουά παλτό. Και ήταν υπερήφανο τόσο για το βασιλικό του χρώμα όσο και για τις διακριτικές πλην ξεχωριστές του ευθυτενείς ρίγες. Η κυρία του, κάθε φορά που το φορούσε στεκόταν με τις ώρες μπροστά από τον καθρέφτη και καμάρωνε την αφεντιά της. Πόσο κομψή έδειχνε μέσα στο μπλε ρουά παλτό της και πόσο της ταίριαζε το χρώμα αυτό, καθώς έδενε τόσο ωραία με τα όμορφα μπλε της μάτια, τη λευκή επιδερμίδα της και τα ολόμαυρα μαλλιά της. Κι αυτές οι τόσο διακριτικά απλωμένες ρίγες πόσο την ψήλωναν και την μάκραιναν, της έδιναν μια περίσσια χάρη, έναν άλλον αέρα! Ήταν ασυζητητί το πιο κολακευτικό, στο σώμα της, ένδυμα που είχε.

Κυλούσε έτσι όμορφα ο καιρός με το μπλε ρουά παλτό να βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή της γκαρνταρόμπας της κυρίας του. Κρεμόταν εκεί μπροστά-μπροστά καμαρωτό, έτοιμο να φορεθεί και να αρχινίσει τις βόλτες στους πιο όμορφους δρόμους του Παρισιού.

Το αποκορύφωμα στη σχέση του με τη κυρία του, ήταν όταν εκείνη ανακάλυψε ότι ήταν πλέον αναγνωρίσιμη και σε ανθρώπους εκτός του κύκλου της, που τύχαινε όμως να είναι θαμώνες στα μέρη τα οποία εκείνη σύχναζε, κι αυτό χάρη στο μπλε ρουά, ριγέ παλτό της.

Το παλτό χαιρόταν να ακούει ψιθυρίσματα του τύπου: “Να, για δες, περνάει πάλι εκείνη, η κυρία με το μπλε ρουά, ριγέ παλτό και είναι χάρμα οφθαλμών, μα τί κομψότις! Τί ομορφιά, Τί χάρη!”.

“Ωραία ζωή”, σκεφτόταν το παλτό. “Ζάχαρη περνάμε».

Ώσπου ένα μουντό απόγευμα, που η κυρία αποφάσισε να βγει τη βόλτα της για να ξεσκάσει και να ξεπεράσει αυτή την νωχελικότητα που χαρακτηρίζει αυτά τα μουντά παριζιάνικα απογεύματα, για να καταπολεμήσει την κατάθλιψη που καραδοκούσε, συνέβη κάτι αναπάντεχο!

Κάτι, που εάν το παλτό μπορούσε να είχε μαντέψει, σίγουρα θα είχε προσπαθήσει να κρατήσει τη κυρία εντός της οικίας της, αυτο-λερώνοντας τόσο πολύ τον εαυτό του, με κίνδυνο να μείνει στο καθαριστήριο για μέρες!

Η κυρία του, γνώρισε έναν κύριο! Όχι, απλώς γνώρισε έναν κύριο, αλλά τον ερωτεύτηκε κιόλας, και δεν επρόκειτο δυστυχώς για έρωτα περαστικό, αλλά κεραυνοβόλο μεν, διαρκείας δε, από ότι απεδείχθη.

Το παλτό βέβαια, δεν είχε, αρχικά τουλάχιστον, λόγους τρομερής ανησυχίας καθώς οι βόλτες της κυρίας δεν σταμάτησαν, απλώς στο εξής δεν ήταν μόνη. Κι αυτός ο κύριος έδειχνε να είναι πραγματικός τζέντλεμαν και ακόμη και το ίδιο το παλτό χαιρόταν το ευγενικό του χάδι, πόσο μάλλον εκείνη η αέρινη ύπαρξη-η κυρία του!

Οι ψίθυροι εντωμεταξύ δυνάμωναν στο πέρασμα του ζεύγους πλέον: “Να, κοιτάχτε! Περνάει αυτή πάλι, η κυρία με το μπλε ρουά, ριγέ παλτό, παρέα με εκείνον, ω εκείνον τον υπέροχο μελαχροινό άντρα, και δείτε, δείτε τί όμορφα που περπατούν μαζί, και πόσο δένουν αρμονικά σαν αλληλοσυμπληρούμενες νότες τα λυγερά κορμιά τους!”. Το παλτό χαιρόταν τόσο πολύ και καμάρωνε που παρολίγον να μην ακούσει και κάποιους πιο μακρινούς ψιθύρους, που με δυσκολία έφθαναν στους ακουστικούς πόρους του υφάσματός του: “Να δείτε που αυτός, θα της το βγάλει το παλτό της κυράς! Μια για πάντα! Γυμνή θα φαντάζει εκείνη χωρίς το παλτό της και να δούμε τότε εάν θα την αναγνωρίζει κανείς χωρίς το στολίδι της!”.

Το παλτό σκοτείνιασε, το μπλε ρουά χρώμα του για λίγο έχασε την εκτυφλωτική του γυαλάδα. “Πώς θα μπορούσε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο; Όχι, όχι είναι αδιανόητο! Κακεντρέχειες του απλού θνητού λαού σκέφθηκε το παλτό αναβαθμίζοντας την κυρία του σε τουλάχιστον ημίθεη παρουσία”.

Πέρασε λίγος ακόμη καιρός και μία υπέροχη βροχερή παρισινή πρωία ακούει τον κύριο, ο οποίος είχε γίνει πλέον συχνότατος επισκέπτης και κατέλυε και αρκετές φορές στο σπίτι της κυρίας, να λέει: “Αγαπημένη μου Μύριαμ, τί θα έλεγες να αφήσουμε το κρύο και βροχερό Παρίσι και να πάμε να ζήσουμε σε έναν πιο ζεστό και φιλόξενο χώρο, όπως στη μεσογειακή πλευρά του Μαρόκο;”.

Το παλτό κράτησε την αναπνοή του, δεν μπορούσε να αντέξει!  Στο άκουσμα και μόνο της όλης φράσης, κατέρρευσε, έπεσε από την κρεμάστρα και σωριάστηκε στο πάτωμα αφήνοντας έναν γδούπο. Η κυρία του έτρεξε και το περιμάζεψε, ρίχνοντάς του δύο τρία χτυπήματα για να το ξεσκονίσει, οπότε κι ασυναίσθητα το βοήθησε να συνέλθει από τη λιποθυμία. “Ω, Ζωρζ, δεν νομίζεις ότι είναι κάπως νωρίς για μία τέτοια κίνηση;”. “Ουφ, σκέφθηκε το παλτό, η κυρία μου είναι μία γυναίκα έξυπνη, και φινετσάτη, δεν θα παρατούσε το σοφιστικέ Παρίσι της για το εξωτικό Μαρόκο! Εξωτικό; Μόλις έπιασε τον εαυτό του να επαινεί το μελλοντικό πιθανό μέρος το οποίο θα μπορούσε να γίνει…η ταφόπλακά του!”.

Μα τελικά η κυρία γύρισε προς το μέρος του συντρόφου της και συμπλήρωσε: “Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, ίσως να μην είναι και κακή ιδέα Ζωρζ, ίσως χρειάζομαι, ίσως χρειαζόμαστε μία αλλαγή στη ζωή μας, μία περιπέτεια!”.

Το παλτό δεν ήξερε πια τί να σκεφθεί για το μέλλον του το οποίο ήδη διαγραφόταν δυσοίωνο! Έτρεξε κρυφά να αναζητήσει πληροφορίες για το κλίμα: «Στις ακτές της Μεσογείου το κλίμα της χώρας είναι ήπιο υποτροπικό με τη θερμοκρασία να κυμαίνεται στους 30-35 βαθμούς κελσίου το καλοκαίρι και 15-20 το χειμώνα». Καθόλου καλά νέα! Τί λόγο ύπαρξης θα είχε ένα κασμιρένιο ζεστό, πολύ ζεστό παλτό σε ένα βασικά ηλιόλουστο, μεσογειακό και ζεστό Μαρόκο; Οι λέξεις: ντουλάπα και αχρηστία ή αζήτητα, είτε ενδεχομένως και κάτι χειρότερο, πέρασαν αστραπιαία από τo μυαλό του κι ακόμη και οι ρίγες του ρίγισαν στη σκέψη του αυτή.

(συνεχίζεται…)

By Efthimia Pournara-Fisher

(All rights reserved)